«Ελλάδα 2021» και η οργάνωση της συλλογικής μνήμης

Η καθ’ όλα θεμιτή πρωτοβουλία εκ μέρους της Πολιτείας για τη διοργάνωση επετειακών εκδηλώσεων με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση ενέχει μια αντινομία.

Από τη μια πλευρά, διαφαίνεται η επιθυμία μιας νέας διαχείρισης της πρόσληψης της Ιστορίας μέσω της διασύνδεσής της με τους μελλοντικούς στόχους του έθνους και με τη θέση που αυτό επιδιώκει να κατακτήσει στον σύγχρονο κόσμο. Από την άλλη, είναι αναπόδραστη μια πρόσκρουση με παραδοσιακά αφηγήματα και παγιωμένες στον χρόνο και στη συνείδηση πλείστων όσων ιδεοληψίες σχετικά με τους στόχους, τις επιδιώξεις και τη φιλοσοφία που οδήγησαν στον αγώνα για την Εθνική Παλιγγενεσία.

Η επίλυση μιας τέτοιας εξίσωσης δεν θα μπορούσε παρά να ανατεθεί στη Γιάννα Αγγελοπούλου – Δασκαλάκη, η οποία έχει αποδείξει ότι είναι σε θέση να συνδυάζει αγαστά τις όποιες αναφορές σε επιδεκτικά πολλαπλών θεωρήσεων παραδεδεγμένα με την πρόσδεση στον πραγματισμό και στις επιταγές της σύγχρονης εποχής, με τρόπο που να οργανώνει τη συλλογική μνήμη εμφυσώντας της μια πνοή καινούργιας έμπνευσης. Θα μπορούσε, ακόμα, η αποδοχή της να αναλάβει την ευθύνη για τον κύκλο εορτασμών με τίτλο «Ελλάδα 2021» να εκληφθεί και ως μια νοητή συνέχεια του στοιχήματος των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Τότε η κύρια ρητορική εστίαζε στην προβολή της σύγχρονης φυσιογνωμίας της Ελλάδας και στην αναβάπτιση του πνεύματος του Ολυμπισμού μέσα από μια επιστροφή, με νέους όρους, στην κοιτίδα του, τη στιγμή που οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνώριζαν ότι ο Ολυμπισμός αποφεύγει αξιωματικά να παρεκκλίνει από τις σύγχρονες αξίες του και η έξωθεν καλή μαρτυρία μιας χώρας στα μάτια ενός διεθνούς κοινού είναι δυνατόν να αποκρύπτει επιμελώς πάσης φύσεως ενδημικά προβλήματα.

Το πρόγραμμα εκδηλώσεων «Ελλάδα 2021» φαντάζει, λοιπόν, μια προσπάθεια να εντοπιστεί εκ νέου η άκρη του μίτου, προκειμένου να διαμορφωθεί μια νέα οπτική, αυτή τη φορά με προβολή στο σήμερα και στο αύριο αυτής της χώρας. Η σύνθεση της επιτροπής αναδίδει μια έντονη αίσθηση κοσμοπολιτισμού και χειραφέτησης από τα στενά εθνικά στεγανά, γεγονός που συναρτάται και με τον ίδιο τον πυρήνα της Ελληνικής Επανάστασης, τα νήματα της οποίας κινούνταν εξίσου από τον διεθνή παράγοντα και από τις εκδηλώσεις πατριωτισμού των Ελλήνων. Για έναν οξυδερκή παρατηρητή αυτή η επιλογή συνιστά και μια αυταπόδεικτη αλήθεια αναφορικά με την παρουσία της Ελλάδας στον κόσμο και τη βαθύτερη σχέση της με αυτόν: Αρκετές από τις φωτεινές προσωπικότητες που στελεχώνουν το επιστημονικό οπλοστάσιο της επιτροπής, αν και ανδρώθηκαν στη χώρα τους, επέλεξαν ή αναγκάστηκαν να εναγκαλιστούν τα διεθνή περιβάλλοντα και να ενσωματωθούν σε αυτά. Πιθανόν αυτή η συνθήκη, που επιχρίεται εντέχνως με τον ηχηρό υπαινιγμό ότι η Ελλάδα παραμένει παρούσα διεθνώς, να μεταφράζει μια κατάσταση που συχνά μας διαφεύγει: Η Ελλάδα ποτέ δεν περατώνει τον εαυτό της και η αυταξία της κινείται στο φάσμα μιας πρωτογενούς παραγωγής σκέψης (διαδικασία της οποίας η συνέχεια πρέπει διαρκώς να αναζητείται εκτός των συνόρων της), η δε υπερήφανη επίκληση από τους καταξιωμένους Ελληνες της ταυτότητάς τους φαίνεται να σχετίζεται περισσότερο με μια λογική οικοδόμησης υπεραξιών που εξαντλούνται σε επικοινωνιακό ή συμβολικό επίπεδο, παρά με ένα πεδίο πιο ενεργητικής συνεισφοράς.

Παρότι επιβεβλημένες και υπαγορευμένες από το εθνικό χρέος, αυτού του είδους οι εκδηλώσεις-ακόνισμα της ιστορικής μνήμης παραμένουν έως έναν βαθμό αυτοαναφορικά γεγονότα μιας ελίτ, καθώς διεξάγονται ερήμην ενός δυναμικού κέντρου που αντανακλά το μέσο αίσθημα, το μέσο μέτρο αντίληψης του συσχετισμού των ιστορικών συντεταγμένων. Από τη λαϊκότροπη συνθηματολογία των πανηγυρικών εκδηλώσεων έως τη λογική των δυσπρόσιτων επιστημονικών λόμπι μεσολαβεί ένας τεράστιος ανέπαφος χώρος, κατειλημμένος από ανθρώπους που είτε θα αρνηθούν είτε δεν θα κατανοήσουν ποτέ την αναγκαιότητα να καταστούν κοινωνοί των όποιων ασκήσεων επί χάρτου επιτάσσει η οικοδόμηση μιας νέας συνείδησης. Εκείνο όμως που δεν θα αρνούνταν και σίγουρα θα κατανοούσαν θα ήταν η επίγνωση ότι η ιστορική συνέχεια του ελληνικού χώρου συνάδει με καθημερινές κατακτήσεις που εδραιώνουν την πρόοδο, την ευημερία των πολιτών του και τη δυνατότητά τους να αυτοπραγματώνονται μέσα σε αυτόν. Και ίσως, σε αυτή την περίπτωση, οι κάθε είδους επέτειοι να είχαν άλλο περιεχόμενο ή, ακόμα, να αφομοιώνονταν από την ίδια την πραγματικότητα.

Γιώργο Παπαγιαννάκη
Θεατρολόγος – κριτικός, μέλος της ΕΛΕΚΘΕΠΤΕ

Leave A Reply

Your email address will not be published.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More