«Το βλέμμα της «Μητέρας Αρμενίας» πάνω από τον αρμενικό λαό!»

Η οδυνηρή συνθηκολόγηση στην οποία σύρθηκε εν ολίγοις η Αρμενία, η χώρα ενός λαού που, παρά την «μοναξιά» του, με αυταπάρνηση και φιλοπατρία αντιμετώπισε μέχρις εσχάτων τον επιβουλεύοντα την πατρώα γη εχθρό, διαγράφοντας ένα πραγματικό Έπος στα χαρακώματα του Αρτσάχ, έρχεται να δώσει, ή μάλλον να υπενθυμίσει, ένα διαχρονικό δίδαγμα οικουμενικής εμβέλειας:
•ο ηρωισμός και η αγάπη για την πατρώα γη είναι αισθήματα ανεκτίμητα και καθ’ όλα αναγκαία για την επιβίωση ενός έθνους, τα οποία όμως δεν επαρκούν, τηρουμένων των αναλογιών της σύγχρονης τεχνολογικής εποχής.
Όποιος περιφρονεί τα εξοπλιστικά προγράμματα για δήθεν ανθρωπιστικούς/κοινωνικούς λόγους και για προκύπτουσες αιτίες ιδεολογικών καταβολών είναι δέον να αντιμετωπίζεται ως επικίνδυνος και μόνο.
Τα όσα διαδραματίστηκαν στην περιοχή του Αρτσάχ τον τελευταίο καιρό αποδεικνύουν περίτρανα και με τον πλέον πασιφανή τρόπο ότι «όποιος δεν έχει κανόνια δεν έχει ούτε βούτυρο».
Αυτό προς απάντηση της κατά καιρούς αναδυόμενης στο ελληνικό πολιτικό προσκήνιο λαϊκίστικης και ύποπτα αποπροσανατολιστικής ρητορικής τύπου «μειώστε τα εξοπλιστικά προγράμματα για την παιδεία, την υγεία κ.λπ.», επί της οποία δεν είναι λίγοι εκείνοι οι οποίοι έχτισαν καριέρες…
Σαν τραγική επανάληψη, λοιπόν, της ιστορίας, ο πολύπαθος αρμενικός λαός βρέθηκε εκ νέου στο «λάθος στρατόπεδο» που τα μονοπάτια των αδήριτων γεωγραφικών δεδομένων τον οδήγησαν. Οι εξουθενωμένες αρμένικες ένοπλες δυνάμεις ηττήθηκαν ηρωικά σε έναν εξ αρχής, όμως, άνισο πόλεμο, από έναν στρατό ο οποίος υπερτερούσε εξοπλιστικά, από ένα κράτος/προτεκτοράτο που από τη πρώτη στιγμή έχαιρε της αμέριστης αρωγής της Τουρκίας, της οποίας φυσικά τα νεοθωμανικά ονείρατα φαίνεται να λαμβάνουν αργά και σταθερά υπόσταση, γεγονός το οποίο θα έπρεπε να ανησυχεί τόσο τους ημεδαπούς εθνοπατέρες όσο και τα εγχώρια ΜΜΕ που το ενδιαφέρον τους μονοπωλείται πλέον από τα του κορωνοϊού.
Κλείνοντας, το μνημείο της «Μητέρας Αρμενίας» στην αρμένικη πρωτεύουσα έρχεται, διά του συμβολισμού του, να δώσει το δικό του βροντερό μήνυμα, υπενθυμίζοντας σε κάθε σκεπτόμενο την αέναη θουκυδίδεια κληρονομιά: η ειρήνη, όσο δίκαιη και αν είναι, δεν δύναται να εξασφαλισθεί και να κατοχυρωθεί δίχως την απαιτούμενη ισχύ. Αυτό το μάθημα επιβάλλεται να γίνει «κτήμα» όλων.
Ως προς τα της περιλάλητης «ρωσικής άρκτου», θα μπορούσε, τέλος, να ισχυριστεί κανείς εύστοχα ότι η παρούσα συγκυρία προσομοιάζει αλληγορικά με τα δικά μας «Ορλωφικά», οι συνέπειες των οποίων ήταν ανυπολόγιστες για τον ελληνικό πληθυσμό, καθώς η τσαρική τότε Ρωσία ήταν εκείνη που έθρεψε υπέρμετρες, φρούδες ελπίδες στον ελληνικό λαό ενάντια στον κατά τα άλλα ισχυρότερο οθωμανικό παράγοντα για την εξυπηρέτηση δικών της συμφερόντων επί του Αιγαίου.
Λίγα χρόνια αργότερα, υπογράφτηκε η Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774), κατόπιν της σαρωτικής προέλασης των ρωσικών στρατευμάτων στη Μολδοβλαχία, μέσω της οποίας το πάγιο αίτημα για πρόσβαση των ρωσικών πλοίων στις θερμές θάλασσες εκπληρώθηκε (και παραπλεύρως απολάμβανε του προνομίου και ο ελληνικός πληθυσμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας).
Έτσι και σήμερα, το ρωσικό ιθύνον επιτελείο μοιάζει να «τρίβει τα χέρια του», ευλογώντας τις τελαυταίες εξελίξεις προς ίδιον όφελος στο ζωτικής σημασίας «Εγγύς Εξωτερικό», στο γεωσύμπλοκο της Υπερκαυκασίας. Αλήθεια, θα προβούν σε μία επανεξέταση της θέσης τους όσοι επένδυαν απονενοημένα στο «ευκαιριακό» της ρωσοτουρκικής σχέσης και τη μακραίωνη σύνδεση της άρκτου με το ελληνικό στοιχείο, προς αναζήτησή κάποιου σωτήρα;
Γιατί μας έφαγε η εμμονή μας στο «ομόδοξο» με το ξανθό γένος!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΕΛΙΣΣΑΡΗΣ

Leave A Reply

Your email address will not be published.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More